

Το στόμα είναι ο καθρέφτης της υγείας μας, γι’ αυτό ο τακτικός και λεπτομερής έλεγχος από τον οδοντίατρο κρίνεται πολύ σημαντικός. Μην αγνοείτε ακόμη κι έναν ‘’απλό’’ πονόδοντο, καθώς μπορεί να επιφέρει προβλήματα στην καρδιά, τους πνεύμονες, τα νεφρά ή ακόμη και στην πορεία μιας κύησης.
Η στοματική κοιλότητα και τα δόντια αποτελούν μέρος του ανθρώπινου σώματος. Επηρεάζουν τα υπόλοιπα μέρη του οργανισμού, αλλά επηρεάζονται και τα ίδια από τυχόν προβλήματα του οργανισμού. Όπως δείχνουν επιστημονικές έρευνες των τελευταίων χρόνων, υφίσταται μια στενή σχέση ανάμεσα σε στοματικές νόσους, όπως οι περιοδοντικές, και σοβαρές ασθένειες. Η αρχή έγινε με έρευνες, που βασιζόμενες σε στατιστικά στοιχεία, έδειχναν πως ασθενείς με περιοδοντίτιδα εμφάνιζαν μεγαλύτερες πιθανότητες να εκδηλώσουν σοβαρά νοσήματα που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη, την καρδιά, τους πνεύμονες ή τα νεφρά.
Υπάρχουν, λοιπόν, αρκετοί λόγοι για τους οποίους είναι σημαντικό να ακολουθείτε πιστά τους κανόνες στοματικής υγιεινής και να είστε συνεπείς στο οδοντιατρικό σας check up.
Μια από τις βασικότερες παθήσεις του στόματος που μπορεί να επηρεάσει ζωτικά όργανα, (καρδιά, νεφρά, πνεύμονες) είναι η περιοδοντίτιδα. Πρόκειται για μια σοβαρή χρόνια φλεγμονή των ούλων, που προκαλεί βλάβη στο οστό που στηρίζει τα δόντια.
Η εξήγηση είναι σχετικά απλή. Οι παθήσεις των ούλων οφείλονται σε μικρόβια που αναπτύσσονται στη στοματική κοιλότητα. Τα μικρόβια αυτά εισβάλλουν στο αίμα και μεταφέρονται σε ζωτικά όργανα προκαλώντας λοιμώξεις. Η καρδιά και οι πνεύμονες είναι από τα πλέον ευάλωτα όργανα. Εκτιμάται μάλιστα, ότι τα άτομα με περιοδοντική νόσο διατρέχουν 2-7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εκδηλώσουν καρδιαγγεικά νοσήματα. Τέτοια νοσήματα είναι: το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, το εγκεφαλικό επεισόδιο, η αθηροσκλήρωση. Ο μηχανισμός σύνδεσης της περιοδοντίτιδας και των καρδιαγγειακών παθήσεων έχει να κάνει με τη δημιουργία της αθηρωματικής πλάκας. Ας μην ξεχνάμε επίσης, ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα και οι περιοδοντικές νόσοι μοιράζονται κάποιους κοινούς παράγοντες κινδύνου και παθογενετικούς μηχανισμούς. Δύο από τους σημαντικότερους είναι το κάπνισμα και η κακή διατροφή.
Ταυτόχρονα, η περιοδοντίτιδα συνδέεται και με την εμφάνιση νόσων του αναπνευστικού, όπως πνευμονία και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Η στενή ανατομική σχέση της στοματικής κοιλότητας με το αναπνευστικό σύστημα δικαιολογεί τέτοιες αλληλεπιδράσεις. Σύμφωνα με μελέτες, τα άτομα με κακή στοματική υγιεινή αντιμετωπίζουν 4,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιας αναπνευστικής νόσου σε σχέση με αυτά που διατηρούν το στόμα τους σε καλή κατάσταση. Συνεπώς, ασθενείς με βρογχικό άσθμα είναι απαραίτητο να φροντίζουν για την άριστη στοματική τους υγεία. Έτσι συντελούν στην καλή εξέλιξη της νόσου τους και γενικότερα στην πρόληψη λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος.
Η κακή στοματική υγιεινή όμως μπορεί να επηρεάσει και την πορεία της κύησης. Μελέτες αναφέρουν ότι έγκυες γυναίκες με βαριά περιοδοντική νόσο αντιμετωπίζουν 7,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο να έχουν πρόωρο τοκετό συγκριτικά με τις μέλλουσες μητέρες με υγιή δόντια. Άλλες έρευνες πάλι, αναφέρουν ότι η έκθεση της εγκύου σε περιοδοντικές λοιμώξεις μπορεί να οδηγήσει σε ελάττωση έως και κατά 25% του βάρους του νεογέννητου βρέφους.
Η περιοδοντική νόσος επηρεάζει αμφίδρομα τη ρύθμιση και τις επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη. Οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη εμφανίζουν μεγαλύτερη προδιάθεση στην ανάπτυξη της περιοδοντίτιδας. Από την άλλη μεριά, ο έλεγχος της περιοδοντίτιδας και η διατήρηση των ούλων σε κατάσταση υγείας βελτιώνει τον έλεγχο του σακχαρώδη διαβήτη. Οι τιμές του σακχάρου στο αίμα μειώνονται και ο μακροχρόνιος έλεγχος γίνεται πιο εύκολος.
Ακόμα και οι ασθενείς που πάσχουν από χρόνια νεφρική νόσο ή βρίσκονται υπό καθεστώς αιμοκάθαρσης έχουν να ωφεληθούν από την περιοδοντική θεραπεία. Έχει βρεθεί ότι η περιοδοντική θεραπεία οδηγεί σε μείωση των δεικτών της συστηματικής φλεγμονής που κυκλοφορούν στο αίμα. Τέλος, ακόμα και οι ασθενείς που έχουν δεχθεί μεταμοσχευμένο νεφρό ωφελούνται, αφού έρευνες δείχνουν πως υπάρχει καλύτερη ανοχή και αντοχή του μοσχεύματος από τον οργανισμό του ασθενή.